Το Μάη ανθίζουν τα λουλούδια…

Μάιος, ο μήνας με τους περισσότερους συμβολισμούς, ο μήνας που το καλοκαίρι νικάει το χειμώνα ,ο μήνας που ανθίζει η γη, ο μήνας που γεννά την ελπίδα ότι τα δύσκολα πέρασαν. Στην αρχαιότητα τον γιορτάζανε με τα  Θαργήλια τη γιορτή του θεού του φωτός Απόλλωνα και της Άρτεμης θεάς της γονιμότητας της παραγωγής της ανθοφορίας. Ο Μάιος μας έρχεται ως όνομα  από την αρχαία Ρώμη και τη θεά Μόγια που ήταν  τροφός και μητέρα.

Από τότε έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια αλλά ο Μάιος συνεχίζει να συμπυκνώνει και να συμβολίζει την επιθυμία των ανθρώπων για πέρασμα στο «Καλοκαίρι». Αναμφίβολα είναι ο μήνας που η γη δεν μπορεί να κρύψει την ομορφιά της και ο άνθρωπος νοιώθει την ανάγκη να τη ρουφήξει, να γίνει κομμάτι αυτής της υπέροχης αρμονίας , αυτής της ομορφιάς, να απελευθερωθεί από το «Χειμώνα».

Αυτός ο αγώνας για απελευθέρωση, ο αγώνας για ζωή μπορεί να συμβολίζεται εύκολα, αλλά αυτός ο «ρομαντισμός του συμβολικού» υπάρχει ακριβώς γιατί συμπυκνώνει εμπειρίες, αγώνες, αίμα, πολύ αίμα, πόνο και ελπίδα. Θα σας πω για τρεις ανθρώπους και ένα όραμα…

Η.Π.Α. 1886

Ένας νέος, μετανάστης από την Γερμανία, γόνος καλής οικογενείας με καλές σπουδές για την εποχή του, βρίσκεται μετά το θάνατο του πατέρα του στο Σικάγο. Εκεί βρίσκει δουλειά ως ταπετσιέρης δουλεύοντας 12 με 16 ώρες την ημέρα και έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά με την εκμετάλλευση, τον αυταρχισμό και μια ζωή που δεν είναι πια ζωή. Μέτα από σκληρή δουλειά καταφέρνει να ανοίξει το δικό του μαγαζί με ταπετσαρίες χωρίς ποτέ να ξεχάσει όμως το τι σημαίνει εκμετάλλευση. Αποφασίζει να οργανωθεί και να γίνει μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Γρήγορα αναδεικνύεται λόγο του θάρρους της πολιτικής του συγκρότησης αλλά και της ρητορικής του δεινότητας. Το ίδιο γρήγορα όμως μη μπορώντας να αντέξει την αδράνεια και τη διάθεση για συμβιβασμό της ηγεσίας φεύγει και ακλουθεί τον δικό του «ασυμβίβαστο δρόμο». Το 1880 αφήνει τη δουλειά του για να γίνει συντάκτης μιας εργατικής εφημερίδας που απευθυνόταν σε Γερμανούς μετανάστες εργάτες  της Arbeiter – Zeitung που σκοπό είχε να ριζοσπαστικοποιήσει τους εργάτες της περιοχής. Λίγα χρόνια αργότερα το 1884 η αστυνομία του Σικάγο δολοφονεί τον αδελφό του, λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης ελπίζοντας ότι έτσι θα κάμψει το ηθικό και τη δράση αυτού του νέου επαναστάτη. Το πάθος όμως για ζωή ήταν μεγαλύτερο από το φόβο του θανάτου. Έτσι ο νέος συνεχίζει τη δράση του και μέσα από συστηματική και μετά εξαντλητική δουλειά γίνεται από τους πρωτεργάτες μιας μεγαλειώδους απεργίας που λαμβάνει χώρα τις πρώτες μέρες του Μαΐου του 1886. 400.000 χιλιάδες κόσμου μαζεύτηκε στην πλατιά Haymarket, ζητούσαν αύξηση στους μισθούς πείνας και κυρίως 8 ώρες δουλειά. «8 ώρες δουλειά -8 ώρες ξεκούραση-8 ώρες να χαρούμε τη ζωή…»

Ο νεαρός παίρνει το λόγο και μιλάει στο πλήθος, το πλήθος τον ακούει με ενθουσιασμό. Ξαφνικά η αστυνομία παραβιάζοντας τις οδηγίες του δημάρχου επεμβαίνει και επιτίθεται στο πλήθος, κάποιος ρίχνει μια βόμβα. Ένας αστυνομικός είναι νεκρός. Η αστυνομία αρχίζει να πυροβολεί προς το πλήθος. Η πλατειά βάφετε κόκκινη. Ο νεαρός σπεύδει στα οδοφράγματα θα είναι ο τελευταίος που θα φύγει από εκεί.   «Εκδικηθείτε! Εργάτες, στα όπλα! Τα αφεντικά εξαπέλυσαν τα λαγωνικά τους – την αστυνομία – και δολοφόνησαν έξι από τ’ αδέρφια σας, σήμερα στη φάμπρικα του Μακ Κόρμικ. Σκότωσαν τ’άμοιρα αδέρφια σας, γιατί όπως κι εσείς είχαν το κουράγιο να μην υπακούσουν στην ανώτατη θέληση των αφεντικών σας. Τους σκότωσαν, γιατί τόλμησαν ν’ απαιτήσουν την μείωση των ωρών σκλαβιάς.» H επόμενη μέρα βρήκε τον νεαρό ξανά  στα οδοφράγματα. Το ημερολόγιο έγραφε 4 Μάιου 1886.

Λίγες μέρες αργότερα ο νεαρός συλλαμβάνεται. Μετά από μια δίκη παρωδία καταδικάζεται σε θάνατο. Μέσα στη φυλακή παντρεύεται την αγαπημένη του παρά τον επερχόμενο θάνατο του στέλνοντας ένα μήνυμα ότι ο αγώνας είναι ο πιο δυνατός έρωτας για ζωή. Ένα χρόνο μετά το 1887 απαγχονίζεται.

Το όνομα αυτού August Spies- Πέθανε γιατί ήθελε να ζήσει.

Ελλάδα 1936

Όλοι βλέπουν ότι η δικτατορία είναι προ των πυλών, το μόνο που δεν είναι εμφανές ακόμα είναι ποιος θα είναι τελικά ο επίδοξος δικτάτορας. Η επικράτηση από το 1933 των αντιβενιζελικών έφερε τεράστιες αλλαγές εις βάρος των εργαζόμενων. Η οικονομική κρίση είχε οδηγήσει χιλιάδες οικογένειες στην απόγνωση. Οι καπνεργάτες της Μακεδονίας δεν αντέχουν άλλο την ακραία εκμετάλλευση και προχωρούν σε κινητοποιήσεις. Όλος ο καταπιεσμένος λαός της Θεσσαλονίκης βρίσκει την αφορμή να διαδηλώσει για μια καλύτερη ζωή και δημοκρατία.

Ένας νέος από το Ασβεστοχώρι βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος. Και πώς να μη βρίσκεται. Δουλεύει από τα 9 του χρόνια ως βοηθός μάγειρα στον Αγγλικό στρατό που είχε μια βάση κοντά στο χωριό του, με αντάλλαγμα λίγο φαγητό για αυτόν και την οικογένεια του. Μετά τον στρατό καταφέρνει να πάρει ένα αμάξι και να γίνει αυτοκινητιστής. Σε ένα δρομολόγιο γνωρίζει την Έλλη μία κοπέλα με φυματίωση αλλά με τεράστια δύναμη ψυχής. Η Έλλη καταφέρνει να ξεπεράσει την ασθένεια της και να πιάσει δουλεία σε μια καπνοβιομηχανία . Σε όλους ήταν γνωστό ότι ο νέος είχε αρχίσει να έχει σχέση με τους κομμουνιστές και η μητέρα του η κυρά Κατίνα του έλεγε να μην μπλέκεται και πάθει τίποτα σε αυτές τις συγκεντρώσεις.

Μία μέρα ο νέος  της είπε ότι πάει στην εξοχή, δεν ήθελε να την ανησυχήσει. Ήταν 9 Μαΐου και οι αυτοκινητιστές είχαν απεργία και συγκέντρωση στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Οι οδηγίες του Μεταξά ήταν σαφέστατες «καταστείλετε τη συγκέντρωση». Ένα παλικάρι 25 χρονών είναι νεκρό από σφαίρα κάποιου χωροφύλακα. Το πλήθος πάγωνει. Κάποιοι καπνεργάτες ξήλωσαν μια πόρτα και βαλαν πάνω το άψυχο σώμα του νέου. Είχε γίνει ήδη σύμβολο του αγώνα τους.

Ξαφνικά μια μάνα βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος βέβαιη πως το παιδί της δε βρίσκεται εκεί. Πήγε να δει κι αύτη το νεκρό παλληκάρι. Το αίμα της πάγωσε, ήταν ο γιός της. Ο ριζοσπάστης την επόμενη μέρα δημοσιεύει μια φωτογραφία με τη μανά να θρηνεί πάνω από τον νεκρό γιό της, και ο Γιάννης Ρίτσος μας χαρίζει ένα αριστούργημα του ελληνικού πολιτισμού το ποίημα του –επιτάφιος- που αργότερα μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη

« …Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιέ μου στις φλέβες ολουνών έμπα βαθιά και ζήσε…»

Το όνομα αυτού Τάσος Τούσης – Πέθανε γιατί ήθελε να ζήσει

Ηνωμένο Βασίλειο 1981

Αγαπούσε την πατρίδα του από μικρό παιδί πολεμούσε για αυτήν και το λαό της. Ήταν πάντα χαμογελαστός. Από τα 18 του αποφάσισε να γίνει ενεργό μέλος του απελευθερωτικού κινήματος στη χώρα του, «ήμουν μονάχα ένα φτωχόπαιδο, που ζούσα σ’ ένα γκέτο, με διαιρεμένη πατρίδα, αλλά πάλι είναι η καταπίεση που γεννά το επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας. Δε θα ησυχάσω, ώσπου να απελευθερωθεί η πατρίδα μου, ώσπου η Ιρλανδία να γίνει μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική δημοκρατία» έλεγε το νεαρό παιδί από το Μπέλφαστ.

Οι συμπλοκές με το Βρετανικό κατοχικό στρατό αποτελούσαν καθημερινότητα. Δεν ανεχόταν να του λένε οι βρετανοί τι να διαβάζει και τι ρούχα να φοράει, όπως είχε επιβληθεί στους συντοπίτες του. Δεν ένοιωθε ελεύθερος. Η σύλληψη του από τις βρετανικές αρχές ήταν αναμενόμενη. Για 6 μέρες ανακρίνεται και βασανίζεται, σε όλες τις ερωτήσεις η απάντηση ήταν μια: «με λένε ……………..και είμαι 26 χρονών.»

Αυτό το γελαστό παιδί μέσα στη φυλακή εκλέγεται βουλευτής με πάνω από 30.000 ψήφους. Τόσο τον αγαπούσε ο λαός της Ιρλανδίας, για αυτό και αυτός δεν τον πρόδωσε ποτέ. Τόσα χρόνια μαχητής ήξερε να φωτίζει το δρόμο για την ελευθερία. Αυτό και έκανε .«Όπλα και βόμβες δεν κερδίζουν τον πόλεμο. Μπορούν να σκοτώσουν, αλλά όχι να δείξουν το δρόμο, ούτε να υποχρεώσουν τον άκαμπτο να λυγίσει» και ήξερε καλά και από βόμβες και από όπλα. 1η Μαρτίου 1981 ξεκινάει απεργία πείνας είναι αποφασισμένος να φτάσει μέχρι το τέρμα. Την ελευθερία δεν την διαπραγματεύεσαι, την κερδίζεις. Μετά από 66 μέρες οι δρόμοι του Μπέλφαστ γεμίζουν θλίψη, υπερηφάνεια και ελπίδα. Ένας νέος 27 χρονών θυσιάστηκε  για την ελευθερία, για μια άλλη κοινωνία, για τη ζωή. 5 Μαΐου 1981.

Ο Ιρλανδικός λαός τον έκανε τραγούδι. Όχι ένα, πολλά.

Το όνομα αυτού Bobby Sands-Πέθανε γιατί ήθελε να ζήσει  

Οι παραπάνω είναι τρία από τα ομορφότερα λουλούδια του Μάι. Υπάρχουν χιλιάδες Μαγιάτικα λουλούδια που άνθησαν. Πριν χρόνια αυτός ο μήνας πήγε να αλλάξει την ιστορία της ανθρωπότητας, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στο Παρίσι άναψαν ένα ξεραμένο οικονομικά κάμπο από την Γαλλία και την Ιταλία μέχρι το Μεξικό την Ιαπωνία και τις Η.Π.Α. Ήταν Μάιος του 1968. Μπορεί όλοι αυτοί οι αγώνες να μαράθηκαν αλλά ο σπόρος που άφησαν είναι τόσο ισχυρός που σε κάθε ευκαιρία θα ανθίζει και θα ομορφαίνουν το χωράφι της ιστορίας,  θυμίζοντας σε όλους μας  ποσό όμορφο είναι να ζεις, όχι να επιβιώνεις. Γιατί ζωή σημαίνει ελευθερία, ευτυχία, αγάπη. Κάθε πρωτομαγιά διεκδικούμε το πανανθρώπινο αίτημα για ζωή. Δεν είναι αργία δεν είναι απλά μια απεργία είναι σύμβολο είναι μια εικόνα ένα όραμα που μας έρχεται από το μέλλον. Ας γίνουμε η βροχή που θα ποτίσει το χωράφι της ιστορία λοιπόν.   

Αναδημοσιευση απο: https://www.alfavita.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s